Το σύστημα τους σκοτώνει όλους – όχι μόνον τους φτωχούς

Το σημερινό μοντέλο ανάπτυξης κατάφερε να αισθάνονται άσχημα, ακόμη κι αυτοί που είναι καλά! Φανταστείτε οι άλλοι!

του Massimo Fini

Στην Ελβετία, μέσα σε λίγες εβδομάδες, αυτοκτόνησαν δυο μεγαλοστελέχη επιχειρήσεων. Ο Pierre Wauthier, 53 ετών, χρηματιστηριακός διευθυντής του ασφαλιστικού κολοσσού Zurich και ο Carsten Schloter, 49 ετών, επικεφαλής των τηλεπικοινωνιών Swisscom. Ο Wauthier ήταν πιεσμένος, αγχωμένος από την πίεση του προϊσταμένου του για την επίτευξη όλο και υψηλότερων στόχων και μην αντέχοντας πια, αυτοκτόνησε. Περισσότερο ενδεικτική είναι η περίπτωση του Schloter, ο οποίος έγραψε: «δεν μπορείς να είσαι απασχολημένος με την δουλειά εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, δεν μπορείς να διαγράψεις την οικογένεια, να ξεχάσεις τα παιδιά, δεν μπορείς να ξεχάσεις την ζωή».
Το σημερινό μοντέλο ανάπτυξης κατάφερε το θαυμαστό επίτευγμα να αισθάνονται άσχημα, ακόμη κι αυτοί που είναι καλά! Φανταστείτε οι άλλοι! Αιτία αυτής της κατάστασης είναι ο οικονομικός ανταγωνισμός, έννοια σχεδόν άγνωστη πριν την βιομηχανική επανάσταση, της οποίας οι καταστροφικές συνέπειες, είναι ενισχυμένες από την παγκοσμιοποίηση, φαινόμενο που επίσης εμφανίστηκε στα μέσα του 18ου αιώνα αλλά σήμερα έφτασε σε πλήρη ωριμότητα με την εξάπλωση του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης σχεδόν σε όλες τις χώρες του κόσμου. Ανταγωνισμός μεταξύ ατόμων, ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων, ανταγωνισμός μεταξύ κρατών, που καταλήγει στην σφαγή του ανθρώπινου προσώπου. Εμείς θαυμάζουμε και τρέμουμε ταυτόχρονα την κινέζικη ανάπτυξη, μα από τότε που στην γη του Κονφούκιου άρχισε η οικονομική έκρηξη, η αυτοκτονία έγινε ο πρώτος τρόπος θανάτου μεταξύ των νέων και ο τρίτος μεταξύ των ενηλίκων. Στα εργοστάσια της Κίνας, όπου συναρμολογούνται τα εξαρτήματα της Apple και οι εργάτες δουλεύουν δεκαέξι ώρες την μέρα, θα πρέπει ν’ απλώνουν δίχτυα σωτηρίας για ν’ απαγορεύσουν στους φτωχούς να πέσουν στο κενό και να σκοτωθούν, από… απροσεξία. Ίσως να ήταν καλύτερα όταν ικανοποιούνταν με μια γαβάθα ρύζι.
Οι κλασικοί της φιλελεύθερης οικονομίας, ο Adam Smith και ο David Ricardo, υποστήριζαν ότι ο ανταγωνισμός είναι κάτι καλό γιατί ρίχνει τις τιμές και κατά συνέπεια είναι χρήσιμος στον καταναλωτή – απαίσια κατηγορία που κι αυτή εμφανίστηκε στους μοντέρνους καιρούς. Δεν μου φαίνεται ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Οι τιμές των βασικών αγαθών –τροφή, ένδυση, κατοικία– δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να φουσκώνουν, ακόμη κι αν υπολογίσουμε την αύξηση των εισοδημάτων. Μειώνονται μόνο οι τιμές των άχρηστων αντικειμένων, των οποίων την ανάγκη κανένας δεν είχε προηγουμένως αισθανθεί. Στενά συνδεδεμένος με τον οικονομικό ανταγωνισμό είναι ένας ψυχολογικός νεωτερισμός, που ο Ludwig von Mises, αναποδογυρίζοντας είκοσι αιώνες δυτικής και ανατολικής σκέψης, συγκεφαλαιώνει ως εξής: «Δεν είναι καλό να είμαστε ευχαριστημένοι με αυτό που έχουμε». Και με αυτό θεμελιώνει, λες κι υπήρχε ανάγκη, την ανθρώπινη δυστυχία. Αφού αυτό που δεν έχουμε δεν έχει περιορισμούς, φθάνοντας έναν στόχο, χρειάζεται να κυνηγήσουμε –αναγκασμένοι από τον αναπόφευκτο μηχανισμό που μας καταβάλλει και στον οποίο στηρίζεται το σύστημα– έναν άλλο και μετά έναν άλλο ακόμα μέχρι να συντριβούμε και ν’ αντικατασταθούμε από ένα νέο ανταλλακτικό.
Σε ιδεώδη κατάσταση θα βρίσκονταν οι άνεργοι και επιδοτούμενοι άνεργοι, εάν δεν τους έτρωγε το σαράκι ότι δεν έχουν αυτό που οι άλλοι κατέχουν. Το να ζεις χωρίς να δουλεύεις ήταν πάντοτε το όνειρο του ανθρώπου, πριν χάσει τα μυαλά του.
Κάποια χρόνια πριν, μια γκρίζα ημέρα των πρώτων ημερών του Οκτωβρίου, βρισκόμουν στα λαμπρά Bagni liberty του Ακράγαντα – κρίμα που στα εκατό μέτρα χύνονταν στην θάλασσα ο υπόνομος. Η ακτή ήταν έρημη. Υπήρχε μόνο ένα παιδί και καμιά ξαπλώστρα. Έπιασα κουβέντα. Μου διηγήθηκε ότι για τέσσερις μήνες τον χειμώνα εργαζόταν ως χτίστης στο Τορίνο, τους υπόλοιπους τους περνούσε στην γενέθλια πόλη, ζώντας με αυτά που είχε αποταμιεύσει και υπολογίζοντας ταυτόχρονα στο οικογενειακό περιβάλλον, που στο νότο υπάρχει ακόμα. «Βέβαια» είπε «δεν μπορώ να διαθέτω Πόρσε, αλλά έχω στην διάθεσή μου τον χρόνο». «Αγαπητό μου παιδί» απάντησα «εσύ ίσως δεν το ξέρεις, αλλά είσαι ένας φιλόσοφος». Εμείς, αντιθέτως, είμαστε όλοι ομότιμοι μαλάκες.

* Ο Massimo Fini είναι διακεκριμένος ιταλός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Το κείμενό του δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Il Fatto Quotidiano, στις 7/9/2013. Αναδημοσιεύεται εδώ, μεταγραμμένο από τον Βαγγέλη Μαράκη και με την άδεια του συγγραφέα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s