Το ιερό στη ζωή και στο θάνατο του Φίλιππου Σέρραρντ

Η δε «μικρά ζύμη» –ο λόγος του μέσα στον υλικό φορέα του: τα βιβλία, το σπίτι που έκτισε με τα χέρια του, το περιβόλι, το αμπέλι, και κυρίως το εκκλησάκι τους που προσφέρεται για πεντζίκεια μεταμορφωτική ψηφαρίθμιση– θα εξακολουθεί να ζυμώνει τη ζωή μας.

του Ιωσήφ Ροηλίδη

Αν υπάρχει η περίπτωση ενός συγγραφέα, που έζησε ο ίδιος με βαθιά συνέπεια όλα όσα είπε με τα βιβλία του και που η ίδια η φιλοσοφία του, ή καλύτερα η θεολογία του, είναι το συμπύκνωμα της καθημέραν βιοτής του και της λειτουργικής εμπειρίας, αυτή είναι του μακαριστού Φίλιππου Σέρραρντ. Ο τρόπος με τον οποίο αποφάσισε να ζήσει δεν προερχόταν από ρομαντική προδιάθεση, όπως πολλές φορές αναφέρθηκε, ούτε αποτελούσε δήλωση συμμετοχής του σε κάποιο κίνημα επιστροφής στην φύση. Ήταν συνειδητή εφαρμογή στην καθημερινή ζωή όλων των πραγμάτων που μας φανέρωσε με τα βιβλία του. Ήταν μια «εν ετέρα μορφή» παιδαγωγία για όλους εμάς, που τα λόγια και οι σκέψεις μας συνήθως απέχουν τόσο πολύ από τις πράξεις μας και από τον modus vivendi μας.
Πόνεσε πολύ ο Φίλιππος. Η πορεία που ακολούθησε δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου, εύκολη. Γιατί είναι βέβαια δύσκολο πράγμα να αναποδογυρίζεις ένα κραταιό και κυρίαρχο κοσμοείδωλο, αυτό που μας άφησε ως κληρονομιά η Αναγέννηση, και να μιλάς για τις τρομακτικές συνέπειες που έχει για την οικουμένη η πρακτική εφαρμογή αυτής της αναγεννησιακής εικόνας περί κόσμου. Δεν ήταν οικολόγος ο Φίλιππος, με την τρέχουσα έννοια, παρά τις κάποιες ομοιότητες που πιθανόν έδιναν την εντύπωση ότι ανήκε στο οικολογικό κίνημα. Ήταν ένας θεο-λόγος, που προσπάθησε μέσα από την κοσμολογία που πηγάζει από την θεολογία να ξεκαθαρίσει τις σχέσεις και να δει τις αιτίες οι οποίες βρίσκονται πολύ πιο πέρα από τα συμπτώματα. Γι’ αυτό και η καταγγελία του δεν έγινε με τόνους υψηλούς, εντυπωσιακούς και βοερούς που ερεθίζουν το πλήθος, δημιουργώντας συναισθηματική έκρηξη, από την οποία, όταν καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός, δεν μένει σχεδόν τίποτε. Από χαρακτήρα, αλλά κυρίως από πεποίθηση, ακολούθησε τον έσω δρόμο, τον δρόμο της Ησυχίας, που με ασφάλεια οδηγεί στο κέντρο του κόσμου, στην καρδιά, γνωρίζοντας πως «η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί». Εκεί, στο Μαρμαρένιο αλώνι έδωσε τη μάχη του. και πιστεύουμε ότι την κέρδισε. Όχι μόνο έγινε το «ευσκιόφυλλο» δένδρο, κάτω από το οποίο πολλοί αναπαύθηκαν («παν δένδρον αγαθόν καρπούς καλούς ποιεί», –περιττό να αναφερθεί το πόσοι προσήλθαν στην Ορθοδοξία υπό την επιρροή του–, αλλά και η «μικρά ζύμη» που θα ζυμώσει κάποια μέρα «όλον το φύραμα». Ο σπόρος της σωματικής αμεσότητάς του, που εξέπεμπε ειρήνη και ευδοκία, σπάρθηκε («εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει»), αναμένοντας την ολόφωτη μέρα του θερισμού. Η δε «μικρά ζύμη» –ο λόγος του μέσα στον υλικό φορέα του: τα βιβλία, το σπίτι που έκτισε με τα χέρια του, το περιβόλι, το αμπέλι, και κυρίως το εκκλησάκι τους που προσφέρεται για πεντζίκεια μεταμορφωτική ψηφαρίθμιση– θα εξακολουθεί να ζυμώνει τη ζωή μας.
Η αρχική μου ιδέα ήταν να παρουσιάσω το βιβλίο του, Το Ιερό στη Ζωή και στη Τέχνη (Εκδόσεις Ακρίτας, 1994), αλλά μάλλον την εγκατέλειψα στο δρόμο. Δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση αυτή η παρουσίαση. Ούτε και μπορεί να χωρέσει σε λίγες αράδες. Το ίδιο ισχύει και για τα δύο άλλα βιβλία του: Ο βιασμός του ανθρώπου και της φύσεως. Διερεύνηση των αρχών και των συνεπειών της σύγχρονης επιστήμης (Εκδόσεις Δόμος, 1995) και, Human Image: World Image. The Death and Resurrection of Sacred Cosmology (Εκδόσεις Colgonooza, 1992), που εύχομαι κάποτε να μεταφραστεί στα ελληνικά για να συμπληρωθεί ένα είδος τριλογίας πάνω στα συγκεκριμένα θέματα. Η μόνη παρηγοριά μου σ’ αυτό το ξεστράτισμα είναι ότι, όταν αναφέρεσαι στη ζωή και στο πρόσωπο του Φίλιππου, δεν κάνεις τίποτε άλλο από το να μιλάς στην πραγματικότητα για τα γραφτά του και τις ιδέες του. τόσο στενά δεμένα είναι αυτά μεταξύ τους.
Είχε μια παράξενη σχέση με τα κείμενά του, δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα, βιβλία ή άρθρα, ο μακάριος: ποτέ δεν τα θεωρούσε τελειωμένα. Όλα βρίσκονταν «εν τη γενέσει» τους. Συνεχώς πρόσθετε ή αφαιρούσε. Κι όταν η ίδια η πραγματικότητα τον εμπόδιζε (αν π.χ. το βιβλίο είχε τυπωθεί), εύρισκε την ευκαιρία να επεμβαίνει δραστικά κατά τη διάρκεια της μετάφρασής του: π.χ. η ελληνική εκδοχή του βιβλίου, The Sacred in Art and Life, δεν αποτελεί, σε όλα τα σημεία πιστή μεταγραφή του πρωτοτύπου. Η σκέψη του είχε μια δυναμική σχέση με τον γύρω κόσμο, και ο ίδιος ζούσε με τόσο βαθιά αγωνία την κρίση αυτού του κόσμου, ώστε να μην αρκείται σε έναν λόγο στατικό. Η μεγάλη του ανησυχία, που εκφράζεται σε όλα τα θεολογικά του δοκίμια, πηγάζει από μια σχέση ποιητικής ερμηνείας και αποκρυπτογράφησης της ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης. Τα κοσμολογικά του έργα (η τριλογία που αναφέραμε) πατούν σταθερά πάνω στο σημαντικότερο διαχρονικό επίτευγμα της ορθόδοξης θεολογίας, που είναι η διάκριση ουσίας και ενεργειών του Θεού. Στην διατάραξη της σχέσης μεταξύ της ουσίας και των ενεργειών, ή ακόμη και στη δική μας σύγχυση για το ρόλο τους στον κόσμο, βλέπει την απαρχή του οικολογικού κακού. Αυτή τη σχέση έχει κατά νου μιλώντας για την ιερότητα μέσα στην κτίση, για την παρουσία του Θεού σε όλα τα πράγματα «…. χωρίς αυτό να σημαίνει πως η ιδέα του Θεού και η ιδέα του κόσμου αλληλοεπικαλύπτονται, και χωρίς αυτό να καταλήγει στον πανθεϊσμό, ή στην ειδωλολατρεία, ή στην λατρεία της φύσης….» (από αδημοσίευτο κείμενο).
Δεν θα συνεχίσω όμως. Είναι άλλοι αρμοδιότεροι να μιλήσουν για το συγγραφικό του έργο. Είναι δύσκολο να μιλήσεις για τον Σέρραρντ μόνο ως συγγραφέα, όταν έχεις ψηλαφίσει, όσο αυτό είναι δυνατό, τον όλο τρόπο της ζωής του. Έτσι κι αλλιώς δεν συμπεριφερόταν όπως συνήθως οι συγγραφείς. Κάθε φορά που μας επισκεπτόταν, μαζί με την γυναίκα του Διονυσία, το μικρό, εύθραστο σαν παιγνίδι αυτοκινητάκι τους, ήταν γεμάτο με όλων των λογιών τα πράγματα: λουλούδια και φυτά που είχαν αγοραστεί από την Λαϊκή, πέτρες που είχαν μαζευτεί από δω κι από κει για να αποτελέσουν αργότερα το σώμα της μικρής τους εκκλησίας, βιβλία, κουρελούδες, φαγώσιμα, κι ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί ο νους του ανθρώπου. Κι όλα αυτά θύμιζαν το περιεχόμενο τορβά αγιορείτη μοναχού που περιφέρεται προσκυνηματικά στον κόσμο. Υλικά που χτίζουν το σώμα της Εκκλησίας. Πράγματα πεταμένα από τους άλλους, ευτελή και αζήτητα, που μ’ αυτά ο Φίλιππος έκτισε τον κόσμο του, έναν κόσμο μέγα που μας χωρά όλους.


Το κείμενο αυτό υπήρξε μια από τις εισηγήσεις σε ένα μικρό συνέδριο που έγινε στη Λίμνη Ευβοίας για τον Φίλιππο Σέρραρντ κάπου το ’90.  Δημοσιεύθηκε στο τεύχος 39 του περ. manifesto.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s